TopSpeed Retrocar Sunday - Chapter : Plymouth Road Runner

Copyright : Eduardo Lopes, Flickr

To Plymouth Road Runner, είναι ένα απο εκείνα τα "unicorn" αυτοκίνητα, που έχουν μεγάλη ιστορία στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, αλλά στην Ευρώπη είναι σχετικά άγνωστα. Το Road Runner, παρουσιάστηκε απο τη Plymouth το 1968, ως ένα mid-sized αυτοκίνητο, εστιασμένο στις επιδόσεις, σε μία εποχή που τα λιτά και προσιτά muscle car, άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο "φορτωμένα", αλλά και ακριβά.


Μερικά χρόνια πριν, η Plymouth είχε πληρώσει 50.000 δολάρια στη Warner Bros - Seven Arts, προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα χρήσης του ονόματος road runner και coyote, καθώς και τους χαρακτήρες απο το ομόνυμο cartoon. Επιπλέον, η Plymouth ξόδεψε 10.000 δολάρια, προκειμένου να εξελίξει μία κόρνα για το Road Runner, με το κλασσικό ήχο "beep beep", που έκανε και στο cartoon ο road runner.

Πρώτη Γενιά ( 1968 - 1970)

1968


Τα πρώτα αυτοκίνητα της χρονιάς του 1968, ήταν διαθέσιμα μόνο ως δίπορτα coupe (με κεντρική κολώνα, ανάμεσα στα εμπρός και πίσω παράθυρα), με ένα μοντέλο "hardtop" να παρουσιάζεται λίγο αργότερα, στο οποίο απουσίαζε η κεντρική κολώνα. 

Το Road Runner της πρώτης γενιάς, βασιζόταν στο Plymouth Belvedere, ενώ η πιο πλούσια έκδοση του, GTX, βασιζόταν στο Sports Satellite, φέροντας και ελαφρώς διαφοροποιημένη γρύλια και πίσω φωτιστικά σώματα.

Το εσωτερικό του ήταν "Σπαρτιατικό", με ένα απλό bench κάθισμα στο εμπρός μέρος, επενδυμένο σε βινύλιο, με τα αρχικά αυτοκίνητα, να μην έχουν καν μοκέτα. Στα εξτρά, υπήρχε η δυνατότητα επιλογής μεταξύ άλλων, υδραυλική υποβοήθηση τιμονιού, εμπρός φρένα με δισκόπλακες αντί ταμπούρων, ραδιόφωνο AM, air condition (εκτός της έκδοσης 426 Hemi) και αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων. Στα αυτοκίνητα με το μηχανικό κιβώτιο ταχυτήτων, ο επιλογέας ήταν στο πάτωμα, με μόνο ένα λαστιχένιο boot, χωρίς κεντρική κονσόλα, για να χωράει το bench κάθισμα.


Ο βασικός κινητήρας, ήταν ένας Road Runner exclusive 6.3 λίτρων, V8 με 4-barrel Carter καρμπυρατέρ, με απόδοση 340 ίππους και 576Nm ροπή. Ο κινητήρας, ήταν εφοδιαμένος με τους εκκεντροφόρους απο τον 440 Super Commando καθώς και μία μικρή αύξηση της συμπίεσης, της τάξης του 0.25, έδιναν στο κινητήρα του Road Runner μία ελαφρώς μεγαλύτερη απόδοση. Ωστόσο, τα αυτοκίνητα με το air condition, ήταν εφοδιασμένα με την έκδοση χωρίς τους εκκεντροφόρους του 440, καθώς δεν δημιουργούσαν επαρκές vacuum, προκειμένου να λειτουργεί σωστά το σύστημα του air condition. Αυτός ο κινητήρας, είχε την ίδια ροπή, αλλά 10 ίππους λιγότερο. Έναντι 714 δολαρίων, ωστόσο, υπήρχε και η δυνατότητα επιλογής του 7λιτρου, Hemi, με απόδοση 430 ίππων και 665Nm ροπής. Απο αυτά τα εξτρά που αξίζουν μέχρι και το τελευταίο cent τους.

Στο βασικό εξοπλισμό, το Road Runner ήταν εφοδιασμένο με ένα μηχανικό κιβώτιο 4 σχέσεων, με floor shifter, ενώ υπήρχε και η δυνατότητα επιλογής του αυτόματου κιβωτίου TorqueFlite, 3 σχέσεων.


Η Plymouth, προσδοκούσε να πουλήσει 20.000 αυτοκίνητα για το 1968, με τις συνολικές παραγγελίες ωστόσο να ανέρχονται στις 45.000 ! Ο συγκεκριμένος αριθμός, έκανε το Road Runner το τρίτο πιο εμπορικό αυτοκίνητο της χρονιάς, μετά τα Pontiac GTO και Chevrolet SS-396 Chevelle. Η μεγάλη επιτυχία του Road Runner, ώθησε τη Dodge, να βάλει στη παραγωγή το "ξαδερφάκι" του Road Runner, το Super Bee.


1969


Το 1969, το Road Runner αποκτά νέα λογότυπα, μικρές αλλαγές σε εμπρός γρύλια, πίσω φώτα και την επιλογή bucket καθισμάτων. Επίσης, προστέθηκε και η δυνατότητα αγοράς τους ως καμπριο, με 2128 αυτοκίνητα να πωλούνται ως κάμπριο, όλα με τον 6.3 λίτρων V8, πλην 10 που είχαν τον 7λιτρο Hemi.

Copyright : Bill McChesney, Flickr

Το '69, παρουσιάστηκε επίσης ένα νεο εξτρά, το "Air Grabber" το οποίο ένωνε τις εισαγωγές του καπό, μέσω ενός καναλιού στο εσωτερικό του, ανακατευθύνοντας τη ροή του αέρα στο φίλτρο, το οποίο στο κάλυμα του έφερε ένα αυτοκόλλητο που έγραφε "Coyote Duster". Το σύστημα αυτό, έφερε flaps, τα οποία ο οδηγός άνοιγε και έκλεινε απο ένα μοχλό κάτω απο το ταμπλό, καθορίζοντας αν ο αέρας ρέει προς το χώρο του κινητήρα ή προς την εισαγωγή του.

Στο πρώτο μισό της χρονιάς, ο 6.3 και ο Hemi, ήταν οι δύο μοναδικές επιλογές κινητήρα. Στο δέυτερο μισό, ήρθε και προστέθηκε ο Α12 440 κινητήρας, ο οποίος απέδιδε 395 ίππους και 665Nm ροπή (ίδια με αυτή του Hemi, απλά σε χαμηλότερες στροφές).

Το Road Runner, ψηφίστικε απο το Motor Trend "Αυτοκίνητο της Χρονιάς", με τις συνολικές πωλήσεις του να ανέρχονται στα 81.125 αυτοκίνητα για τις ΗΠΑ και άλλα 3.295 επιπλέον, για το Καναδά και άλλες χώρες.


1970


Το μοντέλο του 1970, έφερε πολλές αλλαγές στο λιτό μοντέλο του 1968 & 1969. Νέα εμπρός γρύλια, το bench κάθισμα εμπρός ήταν επενδυμένο σε βινύλιο και ύφασμα, νέο καπό, νέα εμπρός φτερά, νέα πίσω φτερά (με διακοσμητικά - μη λειτουργικά scoops), καθώς και νέα single piston Kelsey-Hayes φρένα στο εμπρός μέρος. Επιπλέον, διαφοροποιήθηκε και η λειτουργία του Air Grabber, με το εμπρός scoop, το οποίο πλέον μέσο ενός διακόπτη, ανέβαινε και κατέβαινε, αυξάνοντας ή μειώνοντας το άνοιγμα και συνεπώς τη ποσότητα του αέρα που εισέρχονταν προς την εισαγωγή.

Οι κινητήρες παρέμειναν ως είχαν, με διαφορά μόνο στο κιβώτιο ταχυτήτων, όπου πλέον μέρος του βασικού εξοπλισμού ήταν ένα αυτόματο 3 σχέσεων Heavy-duty κιβώτιο, με το αυτόματο 3ρι TorqueFlite και το μηχανικό 4ρι, να υπάρχουν ως προαιρετικός εξοπλισμός. 

Το 1970, ήταν η δεύτερη και τελευταία χρονιά διάθεσης του Road Runner ως καμπριο, μίας και ο αριθμός των παραγγελιών ήταν πολύ χαμηλός, για να δικαιολογήσει τη συνέχιση της διάθεσης του. Επιπλέον, το Road Runner απέκτησε στα εξτρά, τη δυνατότητα επιλογής bucket καθισμάτων, με προσκέφαλο πλέον.

Το 1970 όμως, ήταν κακή χρονιά για το Road Runner και όλα τα μεγάλου κυβισμού muscle car γενικότερα, καθώς μία νέα τιμολογιακή πωλητική απο τις ασφαλιστικές εταιρείες, αύξησε κατακόρυφα τη τιμή των ασφαλίστρων, με αποτέλεσμα μία πτώση της τάξης του 50% στις πωλήσεις. Επιπλέον, η είσοδος του Duster 340, ενός ακόμα πιο οικονομικού στην αγορά και με χαμηλότερα ασφάλιστρα, μοντέλου, με παρόμοιες επιδόσεις, έφερε σύννεφα πάνω απο το μέχρι τώρα άκρως επιτυχημένο Road Runner.


1970 Superbird


To Superbird ήταν δημιούργημα της Chrysler, στη προσπάθεια της να φέρει την Petty Engineering πίσω στη δική της ομάδα, για τη σεζόν του 1970 στο NASCAR. Η επιστροφή αυτή καθώς και η απαίτηση των διοργανωτών του NASCAR να κατασκευαστεί τουλάχιστον ένα αυτοκινητο δρόμου, για κάθε έμπορο που έχει ο κάθε κατασκευαστής, οδήγησε στη παραγωγή 1935 Superbird. 

Το νέο εμπρός μέρος, το οποίο είχε ως βάση τα εμπρός φτερά, πρόσθεσε 48.3 εκατοστά στο μήκος του Road Runner, ενώ η 2 ποδιών ψηλή αεροτομή στο πίσω μέρος, υπήρχε, όπως αποδείχτηκε, για πρακτικούς και όχι λειτουργικούς λόγους, μίας και η θεωρία περί "καθαρού" αέρα, επαρκούσε αν η αεροτομή ήταν στο ύψος της οροφής του αυτοκινήτου, πράγμα που δεν θα επέτρεπε όμως το πορτμπαγκαζ να ανοίξει πλήρως. Η αεροτομή δεν ήταν σχεδόν λειτουργική σε ταχύτητες αυτοκινητόδρομου, παρά μόνο σε ταχύτητες πίστας, που ανέρχονταν περίπου στα 240 χιλιόμετρα / ώρα.

Λόγω της "χλιαρής" απήχησης που είχε στην αγορά, κάποιοι έμποροι αφαίρεσαν το διαφοροποιημένο εμπρός μέρος και τη πίσω αεροτομή απο τα Superbird, προσπαθόντας να τα πουλήσουν ως κοινά Road Runner. H χαμηλή απήχηση στην αγορά, ήταν και ο λόγος για τον οποίο το Superbird πωλήθηκε μόνο για ένα έτος.


Δεύτερη Γενιά ( 1971 - 1974)

1971

Το 1971, στη δεύτερη πλέον γενιά του, το Road Runner αλλάζει ριζικά σχεδιαστικά. Το coupe αμάξωμα του, αποκτά ένα πιο καμπυλωτό design, κανοντας το πιο αεροδυναμικό, συνεπώς και πιο σταθερό σε μεγάλες ταχύτητες.

Χαρακτηριστικά, ακολουθόντες τις σχεδιαστικές τάσεις της εποχής, το Road Runner απέκτησε ένα παρμπριζ σε πιο αμβλεία γωνία, καθώς και φωτιστικά σώματα και γρύλια που ήταν τοποθετημένα λίγο πιο πίσω, δημιουργώντας ένα βάθος στο μάτι.

Για το εσωτερικό, υπήρχε πλέον η δυνατότητα παραγγελίας ηλεκτρικά ρυθμιζόμενων καθισμάτων, χοντρής μοκέτας, κλιματισμού και υδραυλικής υποβοήθησης τιμονιού (μη διαθέσιμα στο αυτοκίνητα με τον Hemi). Επιπλέον, προστέθηκε περισσότερο ηχομονωτικό υλικό στο εσωτερικό.

Στο κομμάτι των κινητήρων, εμφανίζεται ένας 5.6 λίτρων V8 (ο 340) καθώς και μία detuned εκδοχή του 6.3 λίτρων 383. Αυτό είχε ως όφελος, τα Road Runner με αυτό το κινητήρα, να γλυτώνουν τα premium στα ασφάλιστρα, μειώνοντας σημαντικά το κόστος της ασφάλισης τους. Επίσης, ο 383 κινητήρας, μπορούσε πλέον να λειτουργήσει και με απλή βενζίνη, αντί premium. Τέλος ο 440 "Six pack" καθώς και ο Hemi, θα είναι για τελευταία εμπορική χρονιά διαθέσιμοι ως επιλογή.


1972


Το μοντέλο του 1972, έφερε μικρές σχεδιαστικές αλλαγές, όπως τα εμπρός φώτα τα οποία πλέον είχαν επανασχεδιαστεί ελαφρώς, προκειμένουν να ταιριάζουν περισσότερο στο design του νέου εμπρός μέρους, τα πλαϊνα side markers πλέον προεξείχαν και τα πίσω φωτιστικά σώματα έφεραν ένα χοντρό λάστιχο στο περίγραμμα τους, ως μέρους του νέου σχεδιασμού.

Οι μεγαλύτερες αλλαγές επήλθαν ωστόσο για άλλη μία φορά στους κινητήρες, λόγω των νέων κανονισμών για τις εκπομπές ρύπων. Ο 383 big block V8, αντικαθίσταται απο τον 400CID V8, ο οποίος είχε και μία high performance εκδοχή (με 4 barrel καρμπυρατέρ, άλλο εκκεντροφόρο και διπλές απολήξεις εξάτμισης). Επιπλέον, προστέθηκε στη γκάμα ένας small block 340CID κινητήρας.  Ήταν επίσης η τελευταία χρονιά, που το μηχανικό 4 σέσεων κιβώτιο μπορούσε να συνδυαστεί με οποινδήποτε απο τους 3 κινητήρες.

Λόγω αυτών των αλλαγών, η συμπίεση στους κινητήρες μειώθηκε (προκειμένου να μπορούν να λειτουργήσουν με βενζίνη με λιγότερο ή καθόλου μόλυβδο), με την απόδοση τους επίσης να μειώνεται και τις επιδόσεις να γίνονται όλο και χαμηλότερες.


1973 - 1974


Το μοντέλα του 1973 και 1974, είχαν και πάλι ένα πιο τετραγωνισμένο σχήμα, πράγμα που έφερνε σχεδιαστικά περισσότερο στα 4πορτα μοντέλα του 1971 και 1972. Επιπλέον, για το εσωτερικό, υπήρχαν ως εξτρά, ηλεκτρικά καθίσματα και παράθυρα, καθώς και πιο χοντρής επένδυσης μοκέτες και καλύματα καθισμάτων. Πλέον, το Road Runner, αρχίζει να γίνεται luxury cruiser, παρά muscle car.


O νέος σχεδιασμός καθώς και ο πιο πολυτελής και "ταξιδιάρικος" χαρακτήρας του Road Runner, βοήθησαν να αυξηθούν οι πωλήσεις κατά 40%, σε σχέση με το 1972. Πλέον όμως, χάθηκε ο sport χαρακτήρας του, με αυτό να είναι εμφανές απο τις δοκιμές επιδόσεων, με το χρόνο στο 400ρι να είναι πλέον στα high 15s' και τη ταχύτητα να είναι μετα βίας λίγο πάνω απο τα 200 χιλιόμετρα / ώρα. Η muscle car μεριά του Road Runner, έσβησε.




Τρίτη Γενιά (1975) 


Η τρίτη και τελευταία γενιά του Road Runner, που έκανε το ντεμπούτο της το 1975, ήταν βασισμένη στο νέο μοντέλο της Plymouth, το Fury. Όπως το Fury, έτσι και το Road Runner, μπορούσε να παραγγελθεί με πολυτελές σαλόνι, ηλεκτρικά καθίσματα και παράθυρα, καθώς και μία πληθώρα επιπλέον επιλογών, καθιστόντας το πλέον cruiser παρά muscle car. Το Road Runner έφερε μία blacked out γρύλια και χαρακτηριστικά decals στο πλάι που το ξεχώριζαν απο το Fury. Οι επιλογές κινητήρων στη τρίτη γενιά ήταν, όλοι V8, οι : 
  • 318 (5.2 L), single barrel, single exhaust με απόδοση 145 ίππους
  • 360 (5.9 L), two barrel, single exhaust με απόδοση 170 ίππους
  • 360 (5.9 L), four barrel, dual exhaust με απόδοση 220 ίππους
  • 400 (6.6 L), two barrel, single exhaust με απόδοση 160 ίππους
  • 400 (6.6 L), four barrel, single exhaust με απόδοση 185 ίππους
  • 400 (6.6 L), four barrel, dual exhaust & εκκεντροφόρο με απόδοση 235 ίππους
Σε μία δοκιμή του Car and Driver, με ένα Road Runner των 235 ίππων, το περιοδικό μέτρησε το 400ρι στα, πλέον για τα καλά, ξεπερασμένα 16 δευτερόλεπτα και τη ταχύτητα "εξόδου" στα 195 χιλιόμετρα / ώρα.

Πλέον, μοναδική επιλογή ήταν το αυτόματο 3 σχέσεων TorqueFlite κιβώτιο, με το ισχυρότερο 360ρι και τα 400ρια, να έχουν τη δυνατότητα επιλογής του ενός axle ratio gearing στα 3.21 .

Ο ισχυρότερος κινητήρας της Plymouth, o 440 (7.2 L) ήταν αποκλειστικά διαθέσιμος για το περιπολικά Road Runner, αν και κατασκευάστηκαν και κάποια πολιτικά, με ειδικές παραγγελίες στο εργοστάσιο, με το κωδικό Α38 (Police Package). Ο 440ρης κινητήρας, είχε απόδοση 255 ίππους.

Απο τα μόλις 7.183 Road Runner που κατασκευάστηκαν το 1975, το 50% αυτών έφερε το βασικό κινητήρα, των 145 ίππων.


Road Runner trim package (1976 - 1980)


Απο το 1976 και έπειτα, το όνομα Road Runner έπαψε να υφίσταται ως μοντέλο και έγινε πλέον πακέτο για decal στο Plymouth Volare, μέχρι και την παύση της παραγωγής του το 1980, όπου και μπήκε πλέον στο ντουλάπι της ιστορίας.


All in all


Το Road Runner είναι απο τα πλέον διαχρονικά και iconic muscle car. Για την εποχή του, ήταν μία προσπάθεια διατήρησης του "ανόθευτου" muscle car, αν και αυτό στη πορεία κατέληξε περισσότερο άνετο, πολυτελός και cruiser, παρά Σπαρτιατικό και καθαρόαιμο. Όπως είπε και ο Γιώργος ο Καραγιάννης, η εμπειρία οδήγησης ενός Road Runner, συνοψίζεται κάπως έτσι : " Σαν να σου έριξαν κλωτσιά στην πλάτη. Ο,τι πιο τρομακτικό έχω πιάσει στα χέρια μου. Τρομακτική δύναμη, φοβερά βίαιο αυτοκίνητο. Δε γίνεται να το οδηγήσεις και να μη φοβηθείς για τη ζωή σου " .

Με τη παρουσίαση των Monza SP1 και SP2, η Ferrari δημιούργησε ένα νέο κεφάλαιο στα περιορισμένης παραγωγής, exclusive supercar. Δεύτερη σε αυτη τη κατηγορία, έρχεται να μπει η McLaren, με την Elva, η οποία όμως, εν αντιθέση με τις Ferrari, δεν έχει ίχνος του οτιδήποτε για παρμπρίζ. Τουλάχιστον, όχι σε απτή μορφή.


Η McLaren δημιούργησε πολύ απλά, ένα virtual παρμπρίζ, χρησιμοποιόντας τη ροή του άερα και τον αεροδυναμικό σχεδιασμό της Elva για να το επιτύχει. Στο εμπρός μέρος, η μεγάλη εισαγωγής αέρος, στο κεντρικό κομμάτι της κατευθύνει τη ροή του άερα με μεγάλη ταχύτητα στο άνοιγμα που υπάρχει στο κέντρο του καπό (όπως βλέπουμε και στη παραπάνω φωτογραφία), η οποία ροή αέρα, κατευθύνεται πάνω απο το χώρο της καμπίνας των επιβατών, δημιουργόντας ένα εικονικό παρμπρίζ, στις υψηλότερες ταχύτητες. Σε χαμηλές ταχύτητες, αυτό το παρμπρίζ, δεν υπάρχει. Κυριολεκτικά.


Η καμπίνα των επιβατών, είναι ουσιαστικά ένα εντελώς open-cockpit με πλήρη έκθεση σε όλα. Τα πάντα έχουν αδιαβροχοποιηθεί πλήρως, προκειμένου να είναι προστατευμένα στην αναπόφευκτη επαφή τους με τη βροχή, ενώ νέα είναι τα carbon bucket καθίσματα, με το υπόλοιπο εσωτερικό να προέρχεται σχεδιαστικά απο την 720S. Ο οδηγός έχει τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει ή να απενεργοποιήσει το παρμπρίζ, μέσω ενός διακόπτη.


Στο πίσω μέρος, κυριαρχεί και πάλι ο σχεδιαστικός χαρακτήρας της 720S, σε συνδυασμό με το open engine concept, της Senna. Ο κινητήρας της Elva, είναι ο ίδιος με αυτών των Senna και Senna GTR, με την απόδοση του να ανέρχεται στους 815 ίππους, το 0-100 να απαιτεί λιγότερο απο 3 δευτερόλεπτα, ενώ το 0-200 να πραγματοποιείται σε μόλις 6.7 δευτερόλεπτα.


Διαφορετικό σχεδιαστικό στοιχείο, είναι επίσης και η τετραπλή απόληξη εξάμτισης, κατασκευασμένη απο Inconel, με δύο εξατμίσεις να βρίσκονται ακριβώς πίσω απο τα κεφάλια των επιβατών και οι άλλες δύο, κανονικά, στο πίσω μέρος.

 

All in all

 

Η νέα Mclaren Elva, είναι homage στο σχεδιασμένο απο τον Bruce McLaren M1A, αγωνιστικό της δεκαετίας του '60 και έρχεται να προστεθεί στην σειρά μοντέλων Ultimate Series, μαζί με τις P1, Senna και Speedtail.

Για τους πρακτικά σκεπτόμενους, υπάρχει στο εμπρός μέρος ένας μικρός χώρος αποσκευών, καθώς και η δυνατότητα παραγγελίας της με παρμπρίζ. Αν είστε ένας απο τους 399 τυχερούς που θα μπορέσουν να την αποκτήσουν, μπορείτε να αναμένεται την άφιξη της, απο το τέλος του 2020 και μετά.

"La Nuova Dolce Vita", μας λέει η Ferrari, παρουσιάζοντας μας τις πρώτες εικόνες, μαζί με κάποιες λίγες πληροφορίες σχετικά με το νέο της μοντέλο, τη Roma. Σήμερα, πραγματοποιήθηκε μία ιδιωτική παρουσίαση σε επιλεγμένο μέρος των πελατών της, του νέου αυτού 2+ Coupe.


H Roma, είναι ένα κουπέ που αναδεικνύει το ιταλικό design, σε μία απο τις καλύτερες εκδοχές του και εικάζουμε, λαμβάνοντας υπόψη μας το σχεδιασμό και τις επιδόσεις του, στην αγορά με κύριους ανταγωνιστές τις Aston Martin Vantage και Mercedes AMG GT. Το εμπρός μέρος, θυμίζει έντονα SF90 Stradale, ενώ το πίσω, παραπέμπει ίσως λίγο σε 365 Daytona, με πιο μοντέρνο και αεροδυναμικό θα λέγαμε, design.

Και όμως, καλά διαβάσατε. Η ομάδα της Jaguar Classic, το τμήμα της εταιρείας που ασχολείται με τη συντήρηση, αναπαλαίωση και παραγωγή ανταλλακτικών για τα ιστορικά αυτοκίνητα, αποφάσισε να λανσάρει ένα πλήρες σετ εργαλείων για την E-Type, όμοιο και απαράλακτο με αυτό που είχαν τα αυτοκίνητα την εποχή που βρίσκονταν στη παραγωγή.


Το κιτ αυτό, μπορεί να αγοραστεί απο οποιονδήποτε, σε έναν επίσημο έμπορο της Jaguar, καθώς δεν είναι κατ' αποκλειστικότητα για τους κατόχους των αυτοκινήτων, που ενδεχομένως δεν το φέρουν πλέον, αλλά είναι περισσότερο ένα εναλλακτικό είδος merchadise, κατά μία έννοια.

TopSpeed Retrocar Sunday - Chapter : Jaguar E-Type

Copyright : Patrick Ernzen, Flickr

Η Jaguar E-Type, είναι ένα πραγματικό ορόσημο στην ιστορία της αυτοκίνησης, όσο και της τέχνης. Είναι ένα απο τα ελάχιστα αυτοκίνητα, τα οποία όχι μόνο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της κατασκευάστριας εταιρείας και της αυτοκίνησης, αλλά ακόμη και σε άλλους χώρους, όπως αυτόν της τέχνης, στη περίπτωση της E-Type.

O συνδυασμός του ελκυστικού της design, των υψηλών επιδόσεων και της ελκυστικής της, για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, τιμή, την καθιέρωσαν ως ένα ορόσημο στην ιστορία της αυτοκίνησης.

Το design της έχει μείνει διαχρονικό στο πέρασμα του χρόνου, με πολλές μεγάλες προσωπικότητες του χώρου να το αναγνωρίζουν. Ο Enzo Ferrari, όταν παρουσιάστηκε το 1961, είχε πει πως είναι " Το ομορφότερο αυτοκίνητο που κατασκευάστηκε ποτέ ". Έχει επίσης λάβει κατ' επανάληψη την 1η θέση σε διάφορα άρθρα με θέμα τα ωραιότερα αυτοκίνητα μέχρι σήμερα.


Τα πρωτότυπα

Ε1Α (1957)

Μετά την επιτυχημένη πορεία της στο Le Mans, τη δεκαετία του 1950, η Jaguar αποφάσισε να κατασκευάσει ένα αυτοκίνητο δρόμου, βασισμένο στο άκρως επιτυχημένο αγωνιστικό της, την D-Type, προκειμένου να αντικαταστήσει το τότε sports car της, την XK150.

Το πρώτο πρωτότυπο της E-Type, η Ε1Α, είχε monocoque design, το σύστημα ανεξάρτητης ανάρτησης της Jaguar και τον διακεκριμένο κινητήρα της, τον XK. Το συγκεκριμένο πρωτότυπο, ωστόσο, δεν παρουσιάστηκε ποτέ στο κοινό. Χρησιμοποιήθηκε απο την Jaguar αποκλειστικά για δοκιμές εξέλιξης και έπειτα το απέσυραν.


Ε2Α (1960)

Το δεύτερο πρωτότυπο της E-Type, εν αντιθέση με το πρώτο, ήταν κατασκευασμένο πάνω σε ένα μεταλλικό πλαίσιο, με αλουμινένιο σώμα. Το αυτοκίνητο κατασκευάστηκε ως αγωνιστικό, καθώς η Jaguar θεώρησε ότι ήταν ένας καλύτερος τρόπος να δοκιμαστεί. Η Ε2Α, έφερε μία 3λιτρη εκδοχή του κινητήρα XK και ήταν εφοδιασμένη με σύστημα injection της Lucas.

Μετά τον 24ωρο αγώνα του Le Mans, το αυτοκίνητο αποσύρθηκε απο την ενεργό δράση και στάλθηκε στις ΗΠΑ, για να συμμετάσχει σε αγώνες απο τον πελάτη της Jaguar, Briggs Cunningham. Το 1961, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο επέστρεψε στην Αγγλία για να χρησιμοποιηθεί ως αυτοκίνητο δοκιμών και εξέλιξης. Η ιδιοκτησία του μεταβιβάστηκε στον manager του τμήματος που υποστήριζε τους ιδιώτες που συμμετείχαν σε αγώνες με Jaguar, Roger Woodley, υπο τον όρο, να μη συμμετάσχει με αυτή σε αγώνες. Παρόλο που και αυτή ήταν προγραμματισμένη να αποσυρθεί, έμεινε τελικά στη κατοχή της οικογενείας Woodley, έως το 2008, όπου και πωλήθηκε απο τη γυναίκα του, στη δημοπρασία της Bonham στο Quail, κατά τη διάρκεια του Monterey Car Week εκείνης της χρονιάς, έναντι 4.957.000 δολαρίων.


E-Type Concept Zero (2017)

Το Σεπτέμβριο του 2017, η Jaguar παρουσίασε μία αμοιγώς ηλεκτρική, zero emission E-Type. Ήταν μία Series 1.5 Roadster του 1968, στην οποία είχε τοποθετηθεί στο χώρο του κινητήρα, ένα battery pack των 40 kWh, δίνοντας της μία αυτονομία της τάξης των 270 χιλιομέτρων, σε κατάσταση πλήρους φόρτισης. Ο κινητήρας τοποθετήθηκε εκεί που αρχικά ήταν το κιβώτιο ταχυτήτων, ενώ στο κομμάτι των επιδόσεων, η συγκεκριμένη E-Type χρειάζεται μόλις 5.5 δευτερόλεπτα για το sprint 0-100. 

Τον Αύγουστο του 2018, η Jaguar ανακοίνωσε πως θα διαθέσει προς πώληση, αμοιγώς ηλεκτρικές E-Type απο το καλοκαίρι του 2020.


Οι εκδόσεις παραγωγής

Series 1 (1961 - 1968)


H Series 1, παρουσιάστηκε το Μάρτιο του 1961 και αρχικά, η Jaguar την είχε προορίσει μόνο για εξαγωγή σε άλλες αγορές, όπως τις ΗΠΑ. Το λανσάρισμα της στην εγχώρια αγορά, έγινε 4 μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1961.

Οι E-Type χρησιμοποιούσαν την έκδοση των 3.8 λίτρων του εν-σειρά 6κύλινδρου XK6 κινητήρα, προερχόμενο απο την XK150S, με τριπλά SU καρμπυρατέρ. Τα αρχικά μάλιστα αυτοκίνητα, έφεραν εξωτερικά latches για το καπό, τα οποία όμως επειδή απαιτούσαν τη χρήση ενός ειδικού εργαλείου προκειμένου να ανοιχτούν, αντικαταστάθηκαν και τοποθετήθηκαν στο εσωτερικό. Επίσης, οι πρώτες E-Type είχαν flat-floor design, το οποίο αργότερα αντικαταστάθηκε με το συμβατικό σχεδιασμό. Οι συγκεκριμένες αρχικές E-Type, είναι πολύ λίγες σε αριθμό και αρκετές πιο ακριβές.

Μετά την μεταφορά των μοχλών απασφάλισης του καπό στο εσωτερικό και τον επανασχεδιασμό του πατώματος για περισσότερο χώρο, η Jaguar έκανε και μία αλλαγή στο κινητήρα της E-Type, αυξάνοντας τη χωριτικότητα του απο τα 3.8 στα 4.2 λίτρα, τον Οκτώβριο του 1964.


Η Rolls Royce ήταν ανέκαθεν γνωστή για τα σοφιστικέ, σοβαρά και υπερπολυτελή αυτοκίνητα της. Αυτοκίνητα, που απο τη στιγμή που θα κλείσεις τη πόρτα, ο έξω κόσμος μένει εκτός. Ένα μέρος ηρεμίας και γαλήνης μετά απο μία γεμάτη μέρα, η τέλεια επιλογή για μία ήρεμη μεταμεσονύκτια βόλτα ή πολύ απλά το ιδανικό αυτοκίνητο για μία διαδρομή πολλών εκατοντάδων χιλιομέτρων.

Τη τελευταία δεκαετία ωστόσο, η εταιρεία άρχισε να έχει ένα διαρκώς αυξανόμενο νεανικό και πιο "ανήσυχο" κοινό, πέραν τον υπάρχοντων, διαχρονικών πελατών της, που είναι συνήθως άνθρωποι ηλικίας 40-50 ετών και άνω.

Αυτό το κοινό ώθησε την εταιρεία να παρουσιάσει το 2016, στο Σαλόνι Αυτοκινήτου της Γενεύης, μίας νέα σειρά μοντέλων, τη Black Badge. Είναι μία πιο "σκοτεινή", μυστηριώδης και badass εκδοχή κάθε μοντέλου της, που έρχεται να καλύψει το διαφορετικό, νεότερο κοινό της. Την αρχή έκαναν τότε οι Wraith και Ghost, με την Dawn να ακολουθεί το 2017.

Το 2018, η Rolls Royce παρουσιάζει τη Cullinan, το πολυτελέστερο SUV που φτιάχτηκε ποτέ. Τώρα, ήρθε και η δική του στιγμή, να δείξει τη "σκοτεινή" εκδοχή του, στην έκδοση Black Badge.


The King of the Night


Αν για ένα πράγμα είναι γνωστές οι Rolls Royce, είναι οι σχεδόν ανεξάντλητες δυνατότητες εξατομίκευσης τους, στις επιθυμίες του εκάστοτε πελάτη. Αυτό είναι έυκολα διακριτό, αν δούμε τη "ready to wear" παλέτα χρωμάτων της, η οποία αποτελείται απο 44.000 χρώματα. Ναι, καλά διαβάσατε. 44.000 έτοιμα χρώματα. Και φυσικά, αν δεν σας αρέσει κανένα, δεν υπάρχει πρόβλημα, καθώς μπορείτε να δημιουργήσετε το δικό σας, ακριβώς όπως το θέλετε.


Στην Cullinan Black Badge ωστόσο, η Rolls Royce περιμένει πως η πλειοψηφία των πελατών της, θα προτιμήσει να επιλέξει το Signature Black Badge μαύρο χρώμα για το εξωτερικό της Cullinan τους. Πολλαπλές στρώσεις μαύρου χρώματος, ακολουθούμενες απο άλλες τόσες σε clear coat, γυαλισμένες 10 φορές στο χέρι, στο εργοστάσιο της Rolls Royce απο τους κορυφαίους ανθρώπους της, δίνουν στην Cullinan την επιβλητική, "τρομακτική" της όψη. Και φυσικά, το μαύρο αυτό χρώμα, δημιουργεί τον ιδανικό "καμβά" για να κάνει μία έντονη ή διακριτική αντίθεση το χαρακτηριστικότερο διακοσμητικό στοιχείο των Rolls Royce, η Coachline ρήγα στο πλάι, κατα μήκους όλου του αυτοκινήτου, η οποία σχεδιάζεται σε όλα τα αυτοκίνητα, εξ' ολοκλήρου στο χέρι, απο το ίδιο άτομο.

Το 2019, η Bentley έκλεισε 100 χρόνια παρουσίας στο χώρο των κατασκευαστών της αυτοκίνησης, ένα elite club με ελάχιστα "μέλη". Η Bentley, ακολουθώντας τα σημεία των καιρών και θέλοντας να μπει και αυτή με τη σειρά της σε ένα ενεργειακά βιώσιμο μέλλον για την ίδια και το χώρο της στην αυτοκίνηση, έκανε το πρώτο της βήμα, ξεκινώντας με την Bentayga Hybrid, την οποία ήδη άρχισε να παραδίδει στους πελάτες της.


Η εταιρεία απο το Crewe του Ηνωμένου Βασιλείου, έχει εδώ και πολλά χρόνια εδραιωθεί στην αγορά των πολυτελών αυτοκινήτων, με την Bentayga να κάνει το ντεμπούτο της πριν μερικά χρόνια, βάζοντας την και στο χώρο των πολυτελών SUV. Όντας πρωτοπόρος στην αλλαγή και σε μία νέα εποχή για την ίδια την εταιρεία, είναι η Bentley που έχει την "τιμιτική", να βάλει ως πρώτο μοντέλο την εταιρεία σε ένα ακόμη νέο χώρο, αυτό των πολυτελών υβριδικών SUV, με βάση τα πλάνα της εταιρείας για ένα ενεργειακά βιώσιμο μέλλον.


Ειδικότερα, η Bentley, εστιάζει τη προσοχή της στην νέα εποχή της ηλεκτροκίνησης, με τα πλάνα της να περιλαμβάνουν μία αμοιγώς ηλεκτρική ή υβριδική έκδοση σε κάθε μοντέλο της γκάμας της έως το 2023 και με την πρώτη πλήρως ηλεκτρική Bentley να αναμένεται μέχρι και το 2025. Σε αυτή τη νέα σελίδα της ιστορίας της στον επόμενο αιώνα της, η Bentley διατηρεί ανέγγιχτο το χαρακτήρα της, με τα κορυφαίας ποιότητας υλικά, τη ποιότητα συναρμογής των αυτοκινήτων της και το διαχρονικό βρετανικό τους σχεδιασμό και φινέτσα. Classy never goes out of fashion εξάλλου, όπως λένε και οι βρετανοί. Το βρετανικό υπερπολυτελές SUV, είναι μάλιστα το πιο εξατομικεύσιμο plug-in hybrid αυτοκίνητο στο κόσμο, με τη βασική παλέτα χρωμάτων του, για παράδειγμα, να αποτελείται απο 64 χρώματα. Και φυσικά, όντας Bentley, σχεδόν κάθε επιθυμία του εκάστοτε πελάτη, είναι πραγματοποιήσιμη.
Φέτος, συμπληρώνονται 60 χρόνια από τότε που ο Σερ Άλεκ Ισιγόνης δημιουργούσε το πρώτο Mini, ένα μοντέλο που θα έγραφε ιστορία και θα άλλαζε, εν πολλοίς, την πορεία της παγκόσμιας αυτοκίνησης. Σε αυτή την επέτειο, η μάρκα -σήμερα μέλος του BMW Group- η οποία είναι συνυφασμένη με τη διασκεδαστική οδήγηση, τη go - kart αίσθηση, τη χαρακτηριστική σχεδίαση και το εξατομικευμένο στυλ φέρνει στο ελληνικό έδαφος ένα μοντέλο που αλλάζει ξανά την ιστορία της.  

Στη φετινή έκθεση «ΑΥΤΟΚΙΝΗΣΗ Anytime 2019» που πραγματοποιείται στο Ολυμπιακό Ακίνητο Ξιφασκίας στο Πρώην Δυτικό Αεροδρόμιο Ελληνικού, από τις 9 - 17 Νοεμβρίου, η βρετανική μάρκα θα παρουσιάσει την μεγάλη γκάμα μοντέλων της στο εντυπωσιακό stand (Νο. 16), που θα βασίζεται σχεδιαστικά στη μοναδική και μοντέρνα φιλοσοφία της. Εκεί, πανελλήνια πρεμιέρα θα πραγματοποιήσει το πρώτο αμιγώς ηλεκτρικό MINI Cooper SE, που σηματοδοτεί μία νέα μορφή αστικής μετακίνησης, στην οποία οι οδηγοί θα μπορούν να απολαμβάνουν οδήγηση με μηδενικές εκπομπές ρύπων, με την χαρακτηριστική αίσθηση go-kart.

Ένα από τα "αστέρια" του 46ου Σαλονιού Αυτοκινήτου του Τόκιο, βρισκόταν στο περίπτερο της Nissan. Η ιαπωνική μάρκα, μας έδωσε τη δυνατότητα να ρίξουμε μια "ματιά" στο μέλλον της (και μας), αποκαλύπτοντας ένα ηλεκτρικό crossover το οποίο εισάγει την εταιρεία στην εποχή της αυτόνομης οδήγησης. Το ολοκαίνουργιο αυτό concept, διαθέτει δύο ηλεκτρικούς κινητήρες, βραβευμένη τεχνολογία υποστήριξης οδηγού και εμφάνιση που σηματοδοτεί την ολική "επανεκκίνηση" στον σχεδιασμό της μάρκας.Πάμε όμως να δούμε τα πράγματα πιο αναλυτικά!